κυριολεξία

κυριολεξία
η
1) буквальный, прямой смысл слова (фразы и т. п.);

αυτό στην κυριολεξία του σημαίνει... — это в буквальном смысле означает...;

2) дословное повторение (чего-л.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "κυριολεξία" в других словарях:

  • κυριολεξία — κυριολεξίᾱ , κυριολεξία use of literal fem nom/voc/acc dual κυριολεξίᾱ , κυριολεξία use of literal fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυριολεξίᾳ — κυριολεξίᾱͅ , κυριολεξία use of literal fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυριολεξία — η (AM κυριολεξία) [κυριολεκτώ] η χρήση τών λέξεων ή τών φράσεων με την ακριβή σημασία τους, η ακριβολογία νεοελλ. η ακριβής σημασία λέξης ή φράσης, η κύρια σημασία, σε αντιδιαστολή με τη μεταφορική …   Dictionary of Greek

  • κυριολεξία — η η χρήση των λέξεων στην κύρια σημασία τους, ακριβολογία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κυριολεξίας — κυριολεξίᾱς , κυριολεξία use of literal fem acc pl κυριολεξίᾱς , κυριολεξία use of literal fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυριολεξίαι — κυριολεξίᾱͅ , κυριολεξία use of literal fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυριολεξίαν — κυριολεξίᾱν , κυριολεξία use of literal fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ισπανία — Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Ισπανίας Έκταση: 504.782 τ. χλμ. Πληθυσμός: 40.037.995 (2001) Πρωτεύουσα: Μαδρίτη (2.882.860 κάτ. το 2000)Κράτος της νοτιοδυτικής Ευρώπης, στην Ιβηρική χερσόνησο. Συνορεύει στα ΒΑ με τη Γαλλία και την Ανδόρα, στα Δ… …   Dictionary of Greek

  • αλχημεία — Ψευδοεπιστήμη που ασκήθηκε κατά την τελευταία περίοδο της αρχαιότητας και τον Μεσαίωνα. Σκοπός της ήταν η μετατροπή οποιουδήποτε μετάλλου σε χρυσό, ενώ ορισμένοι κλάδοι της οδήγησαν σιγά σιγά στη σύγχρονη χημεία. Ετυμολογικά, η λέξη α. φαίνεται… …   Dictionary of Greek

  • κυριολεκτικός — ή, ό αυτός που λέγεται, που γράφεται ή εννοείται κατά κυριολεξία, αυτός που έχει την ακριβή σημασία τής λέξης ή τής φράσης και όχι τη μεταφορική. επίρρ... κυριολεκτικώς και ά (Μ κυριολεκτικώς) 1. με κυριολεξία, με την κύρια σημασία τής λέξης ή… …   Dictionary of Greek

  • έξαλα — Η κάθετη απόσταση που μετράται στη μέση του μήκους του σκάφους, ανάμεσα στη γραμμή του νερού, όταν το πλοίο είναι εντελώς φορτωμένο, και μιας γραμμής που λαμβάνεται κατά μήκος του υψηλότερου συνεχούς καταστρώματος, πάνω στο οποίο μπορούν να… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»